Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Το περιστατικό με τα εγκαύματα...

Η εργασία στα μεταξουργεία ήταν ακόμη πιο δύσκολη για τα παιδιά που δούλευαν σ' αυτά. Η μικρή Βασιλιώ (αδερφή του Νεόφυτου) φέρνει μια μέρα στο εργοστάσιο όπου δουλεύει την αυτοσχέδια κούκλα της. Τα όσα συνέβησαν στη συνέχεια τής άφησαν πληγές κυριολεκτικά και μεταφορικά:

      Το περιστατικό με τα εγκαύματα έγινε λίγο αργότερα, τον Ιούλιο. ... Κείνη τη μέρα είχα φέρει μαζί μου μια κουκλίτσα που μόλις είχα φτιάξει μόνη μου. Ήταν μια τρυφερή μελιτζανούλα που της είχα βάλει μάτια από αρακά , μια φετούλα σφιχτή κι ολοκόκκινη ντομάτα για χείλη, δυο ξυλάκια για χέρια και ρούχο από τις χοντρές ίνες μετάξι που πετούσαν για άχρηστες οι τεχνίτρες.
      Δεν την είχα χορτάσει τη Μελιτζανούλα μου κι ήθελα λίγο να παίξω μαζί της, να τη χαϊδέψω και να της πω να μην παραπονιέται με τη ζέστα και μου μαραθεί, γιατί μόλις θα σκολνούσαμε θα την πήγαινα περίπατο στο ποτάμι, να την κολυμπήσω να δροσιστεί. Έλα όμως που πάνω στις τρυφερότητές μας, βγήκε μπροστά μου τ’ αφεντικό. 
        Στη ζωή μου δεν είδα άνθρωπο πιο θυμωμένο. Οι αγριοφωνάρες και οι απειλές του με κάναν τόσο να σκιαχτώ, που κατουρήθηκα. Και να ήταν μόνο οι αγριοφωνάρες. Μέσα στη λύσσα του αρπάζει τη Μελιτζανούλα μου, την ποδοπατάει και την κάνει λιώμα. Κι ως δεν ξεθύμανε ούτε μ’ αυτό, αρπάζει μια δέσμη ζεματιστό μετάξι και μου την περνάει στο λαιμό. Λαχτάρησα από τον πόνο κι ένιωσα σαν να καιγόμουνα μέσα σε φλόγες. Ο λαιμός μου φουσκάλιασε και πλήγιασε. Και πριν συνέλθω, κάτι άλλο όρμησε απ’ τα κατάβαθα της ψυχής μου, η ταπείνωση, και μ’ έκανε να πάρω δρόμο και τρέχοντας να κλαίω και να σπαράζω ως να φτάσω στη μάνα μου.
 "Τα παιδιά του Σπάρτακου" σ. 259-260

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου